Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΠΑΛΙΟΤΕΡΑ ΣΤΟ ΤΟΠΟ ΜΑΣ

Χιονισμένο κάποτε το Αγγελόκαστρο Αγρινίου

Τα Χριστούγεννα και γενικά όλες αυτές οι Άγιες μέρες που οδηγούσαν στο κλείσιμο ακόμα μιας ζορισμένης χρονιάς, τα περασμένα χρόνια στα χωριά μας, αποκτούσαν ένα αληθινό νόημα στη σκληρή ζωή του αγροτικού μας πληθυσμού.  
Πολύ πριν τα Χριστούγεννα ξεκινούσαν από το σπίτι οι νοικοκυρές, καθάριζαν και έστρωναν με τα καλά «χειράμια» το σπίτι.  Άνοιγαν τα μπαούλα και ξετρύπωναν τα πιο όμορφα υφαντά και κεντήματα για να στολίσουν τα τραπέζια και τα έπιπλα, και το σπίτι φορούσε τη πιο καλή, τη γιορτινή του φορεσιά. 

Μετά απ’ όλα αυτά σαν ζύγωναν οι μέρες ξεκινούσαν οι σκέψεις για το γιορτινό τραπέζι. Από τότε όλα γίνονται για την έρμη κι αχόρταγη κοιλιά μας. Βέβαια οι περισσότεροι βαθιά θρήσκοι, νήστευαν για αρκετό καιρό, και μάλιστα πειθαρχημένα, που έκοβαν ακόμα και τα ψάρια.

Όμως οι όλο και πιο μικρές μέρες, και οι ατέλειωτες οι νύχτες που το σκοτάδι έσπαγε πάνω στο ισχνό φως από μια «τσιμπλολάμπα» πετρελαίου- ανύπαρκτο τότε το ηλεκτρικό ρεύμα- περνούσαν γρήγορα, κι ο χρόνος γρήγορα μετρούσε αντίστροφα για τη γέννηση του Θεανθρώπου, που τότε πίστευαν αληθινά και αυτό έδινε μια εξαιρετική, σπάνια λαμπρότητα στις νύχτες του Δεκέμβρη. Κι όλοι και όλα έπαιρναν τη σειρά τους, κατά όπως είχαν προγραμματιστεί.

Τα «γρούνια» που από καιρό μεγάλωναν στις αυλές, και στο ξεσκέπαστο τότε ρέμα στο χωριό, έπαιρναν μοιραία τη πορεία τους για τα πρόχειρα σφαγεία.Έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα οσπρίων και λαχανικών λόγω νηστείας, το νοστιμότατο χοιρινό ήταν ότι το καλύτερο. 

Κι επειδή δεν υπήρχε ρεύμα, ούτε φυσικά ψυγείο, ο υπόλοιπος σφαγμένος χοίρος γινόταν μικρά κομμάτια και γίνονταν «παστός». Μπόλικο αλάτι σκέπαζε το κρέας και το συντηρούσε για μήνες. Μια άλλη λύση ήταν να κάμουν το κρέας «τσιγαρίδες», να το καβουρδίσουν μέσα στη κατσαρόλα και να το κλείσουν σε «γυάλες» μέσα στο λίπος του. 

Τα Χριστούγεννα γέμιζαν με κόσμο όλα τα χωριά. Έκοβαν και οι αγροτικές δουλειές σταμάταγαν και τα σχολεία, και με αγωνία περίμεναν όλοι τη γέννηση του Θείου Βρέφους.

Το πρωινό της παραμονής των Χριστουγέννων, ήταν το πιο γλυκό και θορυβώδη. Τα παιδιά δεν σταματούσαν να γυρνούν τα σπίτια, και να τραγουδούν τα κάλαντα. Τα περισσότερα από αυτά με γαλότσες τότε, και μισοσκισμένα παπούτσια, γυρνούσαν μέσα στις λάσπες και τραγουδούσαν δίχως σταματημό, πριν ξεκινήσουν αργότερα το «στριφτό» στις γειτονιές του χωριού. 

Και οι φούρνοι στις αυλές των σπιτιών έπαιρναν φωτιά. Τα φουσκωτά, καμαρωτά ζυμωμένα ψωμιά και χριστόψωμα, δεν προλάβαιναν να μπαινοβγαίνουν. Όσο για τα διάφορα εποχικά γλυκά, ποτέ δεν ήταν αρκετά, αυτό το μυστικό είναι γνωστό από τότε, σε κάθε νοικοκυρά. 

Τι κι αν τα μετρούσαν και τα ταχτοποιούσαν στις πιατέλες, όλο και λείπανε απ’ τους μικρούς καλικάτζαρους, εκείνα τα άγνωστα-γνωστά χεράκια, που δεν άντεχαν από νηστείες και μέσα στη βιασύνη τους σκορπούσαν ψίχουλα από τα αμύγδαλα σε όλο το σπίτι, μέχρι να κλειδωθούν τελικά σε κάποιο ντουλάπι, γιατί αν έμεναν ελεύθερα μέχρι τη Πρωτοχρονιά δεν θα ’χε απομείνει κανένα.

Τίποτε το ξενόφερτο δεν είχε τότε αυτή η πιο σπουδαία γιορτή του Χειμώνα. Ακόμη και ο Θεός έμοιαζε να είχε βγει από τα σπλάχνα του κάμπου. 

Τα μετέπειτα έθιμα της «ψεύτικης ευμάρειας» που μπήκαν και ρίζωσαν μέσα στα σπίτια και τις καρδιές μας, με τα φανταχτερά παιχνίδια, τα πλουσιοπάροχα δώρα, τους τάρανδους που σέρνουν χριστουγεννιάτικα λαμπάκια και δέντρα στολισμένα, δεν υπήρχαν τότε. 

Μόνο κάνα κλαδί από πεύκο η κυπαρίσσι με βαμμένα με «στουπέτσι» κουκουνάρια και κυπαρισσόμηλα έπαιζε το ρόλο του νεοφερμένου τότε απ’ τις πόλεις έθιμου του Χριστουγεννιάτικου δέντρου.

Τα παλιά εκείνα όμως Αγγελοκαστρίτικα Χριστούγεννα ήταν μοναδικά.
Οι δουλευμένοι αγρότες εκείνων των δύσκολων εποχών, πίστευαν στο πνεύμα των γιορτών, που δεν ήταν άλλο από το πάθος τους και τη διαρκή αγωνία τους για προκοπή. 
Πάλευε τότε ο κάθε Αγγελοκαστρίτης για να ζήσει και να πάει μπροστά. Να φτιάξει ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτόν, για τα παιδιά του και για τον τόπο του. Και το σπουδαιότερο, να τα κάμει όλα με τα χέρια του χωρίς να έχει ανάγκη κανέναν. Γι αυτό λέω εγώ συμπατριώτες: Όσο παλιότερα, τόσο καλύτερα.
Άιντε και του χρόνου να είμαστε καλά!

Δεν υπάρχουν σχόλια: